O πληθωρισμός εξελίχθηκε σε έναν αόρατο αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό μηχανισμό μεταφοράς πλούτου από τις οικονομίες κατανάλωσης της Δύσης προς τις οικονομίες παραγωγής της Ευρασίας
Για περισσότερα από τέσσερα χρόνια, οι δυτικές κυβερνήσεις παρουσίαζαν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας ως ένα οικονομικό όπλο που θα περιόριζε τη γεωπολιτική ισχύ της Μόσχας και θα αποδυνάμωνε τη δυνατότητά της να χρηματοδοτεί τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ωστόσο, καθώς η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας, αρχίζει να διαμορφώνεται μια διαφορετική εικόνα.
Η Ρωσία δεν κατέρρευσε.
Η Κίνα δεν απομονώθηκε,ούτε το Ιράν.
Αντίθετα, η Δύση βρέθηκε αντιμέτωπη με τον υψηλότερο πληθωρισμό των τελευταίων σαράντα ετών, με εκτίναξη του κόστους ενέργειας, ιστορικά υψηλά επιτόκια και τη μεγαλύτερη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας μετά την πανδημία.
Για αρκετούς αναλυτές, η πραγματική «αντεπίθεση» της Μόσχας και του Πεκίνου δεν εκδηλώθηκε στο στρατιωτικό πεδίο αλλά στο οικονομικό.
Δεν ήρθε με τη μορφή κυρώσεων ή εμπορικών αποκλεισμών, αλλά μέσω της αναδιάταξης των παγκόσμιων ενεργειακών και χρηματοπιστωτικών ροών.
Με απλά λόγια, η Ρωσία και η Κίνα αξιοποίησαν το μεγαλύτερο όπλο που διαθέτουν: η πρώτη τις πρώτες ύλες και την ενέργεια, η δεύτερη τη βιομηχανική παραγωγή και το αυξανόμενο οικονομικό της βάρος.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο πληθωρισμός εξελίχθηκε σε έναν αόρατο αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό μηχανισμό μεταφοράς πλούτου από τις οικονομίες κατανάλωσης της Δύσης προς τις οικονομίες παραγωγής της Ευρασίας.
Ένας λογαριασμός τρισεκατομμυρίων
Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε το 2022 κόστισε στη Δύση πολύ περισσότερο από όσο είχε αρχικά υπολογιστεί.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πληθωρισμός έφθασε στο 9,1%, το υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Η Federal Reserve αναγκάστηκε να προχωρήσει στη μεγαλύτερη και ταχύτερη αύξηση επιτοκίων εδώ και σαράντα χρόνια, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο από σχεδόν μηδενικά επίπεδα στο 5,5%.
Η αύξηση αυτή είχε τεράστιο κόστος:
• επιβράδυνση της αγοράς ακινήτων,
• αύξηση του κόστους δανεισμού,
• μείωση των επιχειρηματικών επενδύσεων,
• πίεση στα δημόσια οικονομικά.
Ορισμένες εκτιμήσεις αμερικανικών οικονομικών ινστιτούτων υπολογίζουν ότι μόνο η απώλεια αγοραστικής δύναμης των αμερικανικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. δολάρια την περίοδο 2022-2025.
Στην Ευρώπη η κατάσταση υπήρξε ακόμη πιο σύνθετη.
Η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, η οποία είχε οικοδομηθεί επί δεκαετίες, μετατράπηκε ξαφνικά σε στρατηγική αδυναμία.
Η Γερμανία, η μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης, είδε το κόστος ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες να αυξάνεται έως και 40%-50% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα.
Η BASF περιόρισε δραστηριότητες στη Γερμανία, πολλές επιχειρήσεις μετακίνησαν επενδύσεις στις ΗΠΑ, ενώ ολόκληροι κλάδοι της ευρωπαϊκής μεταποίησης βρέθηκαν αντιμέτωποι με απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Συνολικά, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Bruegel και άλλων οικονομικών οργανισμών, το άμεσο και έμμεσο κόστος της ενεργειακής κρίσης για την Ευρώπη ξεπέρασε το 1,3 τρισ. ευρώ.
Η νέα κρίση του Hormuz
Σαν να μην έφτανε η κρίση των τελευταίων ετών, η σύγκρουση γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ απειλεί να δημιουργήσει ένα δεύτερο, ακόμη ισχυρότερο κύμα πληθωριστικών πιέσεων.
Περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και σχεδόν το ένα τρίτο των παγκόσμιων εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχονται από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα.
Η σημασία του είναι τέτοια ώστε ακόμη και περιορισμένες διαταραχές αρκούν για να προκαλέσουν έντονες αναταράξεις στις αγορές.
Σύμφωνα με την Goldman Sachs, ακόμη και αν οι ροές πετρελαίου αποκατασταθούν πλήρως, η παγκόσμια αγορά θα χρειαστεί μήνες για να επιστρέψει στην κανονικότητα.
Η επνδυτική τράπεζα εκτιμά ότι οι τιμές της ενέργειας θα παραμείνουν αυξημένες τουλάχιστον κατά 20%-25% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα μέχρι το τέλος του έτους.
Η Wood Mackenzie προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη διαταραχή στις ροές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση.
Η άνοδος του «πετρογουάν»
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδεικνύεται ένας ακόμη μεγάλος κερδισμένος: το κινεζικό νόμισμα.
Για δεκαετίες το διεθνές ενεργειακό εμπόριο πραγματοποιούνταν σχεδόν αποκλειστικά σε δολάρια.
Η κυριαρχία αυτή αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της αμερικανικής οικονομικής ισχύος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σήμερα όμως παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση.
Όλο και περισσότερες ενεργειακές συναλλαγές πραγματοποιούνται σε γουάν, ιδιαίτερα μεταξύ Κίνας, Ρωσίας, Ιράν και χωρών του Περσικού Κόλπου.
Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως «πετρογουάν».
Στις 2 Απριλίου 2026 το κινεζικό διασυνοριακό σύστημα πληρωμών CIPS κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ, διαχειριζόμενο συναλλαγές ύψους 1,22 τρισ. γουάν μέσα σε μία ημέρα — περίπου 180 δισ. δολάρια.
Το μέγεθος αυτό θεωρείται ενδεικτικό της αυξανόμενης χρήσης του κινεζικού νομίσματος στο διεθνές εμπόριο.
Ο διοικητής της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας, Pan Gongsheng, έχει ήδη δηλώσει ότι το γουάν αποτελεί πλέον το δεύτερο σημαντικότερο νόμισμα παγκοσμίως στη χρηματοδότηση εμπορίου και το τρίτο στις διεθνείς πληρωμές.
Γιατί η Κίνα μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος νικητής
Παρά την εξάρτησή της από τις εισαγωγές πετρελαίου, η Κίνα διαθέτει ένα πλεονέκτημα που καμία άλλη μεγάλη οικονομία δεν έχει σε ανάλογη κλίμακα.
Ελέγχει σχεδόν ολόκληρη την παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής της πράσινης ενέργειας.
Σύμφωνα με στοιχεία του IEA:
• παράγει περίπου το 80% των φωτοβολταϊκών πάνελ παγκοσμίως,
• κατασκευάζει το 80% των μπαταριών λιθίου,
• παράγει περίπου το 75% των ηλεκτρικών αυτοκινήτων,
• ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της επεξεργασίας σπάνιων γαιών.
Η βιομηχανία καθαρής ενέργειας της χώρας αποτιμάται πλέον σε περισσότερα από 2 τρισ. δολάρια και αποτέλεσε σχεδόν το ένα τρίτο της οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας το 2025.
Όσο οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξάνονται, τόσο πιο ελκυστικές γίνονται οι κινεζικές τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η επιστροφή της Ρωσίας
Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, παραμένει μία από τις ελάχιστες χώρες στον κόσμο που μπορούν να καλύψουν άμεσα μεγάλα ενεργειακά ελλείμματα.
Παρά τις κυρώσεις, η Μόσχα εξακολουθεί να είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο.
Κάθε άνοδος της τιμής του πετρελαίου μεταφράζεται σε δισεκατομμύρια δολάρια πρόσθετων εσόδων για τη ρωσική οικονομία.
Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα και αρκετά κράτη της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής ενισχύουν τις εμπορικές και ενεργειακές τους σχέσεις με τη Μόσχα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης της Ρωσίας έχει μετατραπεί σταδιακά σε μια διαδικασία αναπροσανατολισμού του παγκόσμιου εμπορίου.
Η πραγματική μάχη
Η μεγάλη μάχη της δεκαετίας δεν αφορά απλώς το πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο.
Αφορά το ποιος θα καθορίζει τους κανόνες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική οικονομική κυριαρχία αμφισβητείται ταυτόχρονα στο πεδίο της ενέργειας, του εμπορίου και των διεθνών πληρωμών.
Η άνοδος του γουάν, η ανθεκτικότητα της Ρωσίας και η ενεργειακή κρίση δεν αποτελούν ξεχωριστά φαινόμενα.
Συνθέτουν τα κομμάτια μιας ευρύτερης μετάβασης προς έναν κόσμο όπου η οικονομική ισχύς δεν θα συγκεντρώνεται πλέον αποκλειστικά στη Δύση, αλλά θα μοιράζεται ανάμεσα σε πολλαπλά κέντρα ισχύος.
Αυτό είναι, ίσως, το πραγματικό νόημα της σημερινής κρίσης και η βαθύτερη γεωοικονομική ανατροπή της εποχής μας.
www.bankingnews.gr
Ωστόσο, καθώς η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας, αρχίζει να διαμορφώνεται μια διαφορετική εικόνα.
Η Ρωσία δεν κατέρρευσε.
Η Κίνα δεν απομονώθηκε,ούτε το Ιράν.
Αντίθετα, η Δύση βρέθηκε αντιμέτωπη με τον υψηλότερο πληθωρισμό των τελευταίων σαράντα ετών, με εκτίναξη του κόστους ενέργειας, ιστορικά υψηλά επιτόκια και τη μεγαλύτερη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας μετά την πανδημία.
Για αρκετούς αναλυτές, η πραγματική «αντεπίθεση» της Μόσχας και του Πεκίνου δεν εκδηλώθηκε στο στρατιωτικό πεδίο αλλά στο οικονομικό.
Δεν ήρθε με τη μορφή κυρώσεων ή εμπορικών αποκλεισμών, αλλά μέσω της αναδιάταξης των παγκόσμιων ενεργειακών και χρηματοπιστωτικών ροών.
Με απλά λόγια, η Ρωσία και η Κίνα αξιοποίησαν το μεγαλύτερο όπλο που διαθέτουν: η πρώτη τις πρώτες ύλες και την ενέργεια, η δεύτερη τη βιομηχανική παραγωγή και το αυξανόμενο οικονομικό της βάρος.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο πληθωρισμός εξελίχθηκε σε έναν αόρατο αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό μηχανισμό μεταφοράς πλούτου από τις οικονομίες κατανάλωσης της Δύσης προς τις οικονομίες παραγωγής της Ευρασίας.
Ένας λογαριασμός τρισεκατομμυρίων
Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε το 2022 κόστισε στη Δύση πολύ περισσότερο από όσο είχε αρχικά υπολογιστεί.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πληθωρισμός έφθασε στο 9,1%, το υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Η Federal Reserve αναγκάστηκε να προχωρήσει στη μεγαλύτερη και ταχύτερη αύξηση επιτοκίων εδώ και σαράντα χρόνια, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο από σχεδόν μηδενικά επίπεδα στο 5,5%.
Η αύξηση αυτή είχε τεράστιο κόστος:
• επιβράδυνση της αγοράς ακινήτων,
• αύξηση του κόστους δανεισμού,
• μείωση των επιχειρηματικών επενδύσεων,
• πίεση στα δημόσια οικονομικά.
Ορισμένες εκτιμήσεις αμερικανικών οικονομικών ινστιτούτων υπολογίζουν ότι μόνο η απώλεια αγοραστικής δύναμης των αμερικανικών νοικοκυριών ξεπέρασε το 1 τρισ. δολάρια την περίοδο 2022-2025.
Στην Ευρώπη η κατάσταση υπήρξε ακόμη πιο σύνθετη.
Η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, η οποία είχε οικοδομηθεί επί δεκαετίες, μετατράπηκε ξαφνικά σε στρατηγική αδυναμία.
Η Γερμανία, η μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης, είδε το κόστος ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες να αυξάνεται έως και 40%-50% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα.
Η BASF περιόρισε δραστηριότητες στη Γερμανία, πολλές επιχειρήσεις μετακίνησαν επενδύσεις στις ΗΠΑ, ενώ ολόκληροι κλάδοι της ευρωπαϊκής μεταποίησης βρέθηκαν αντιμέτωποι με απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Συνολικά, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Bruegel και άλλων οικονομικών οργανισμών, το άμεσο και έμμεσο κόστος της ενεργειακής κρίσης για την Ευρώπη ξεπέρασε το 1,3 τρισ. ευρώ.
Η νέα κρίση του Hormuz
Σαν να μην έφτανε η κρίση των τελευταίων ετών, η σύγκρουση γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ απειλεί να δημιουργήσει ένα δεύτερο, ακόμη ισχυρότερο κύμα πληθωριστικών πιέσεων.
Περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και σχεδόν το ένα τρίτο των παγκόσμιων εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου διέρχονται από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα.
Η σημασία του είναι τέτοια ώστε ακόμη και περιορισμένες διαταραχές αρκούν για να προκαλέσουν έντονες αναταράξεις στις αγορές.
Σύμφωνα με την Goldman Sachs, ακόμη και αν οι ροές πετρελαίου αποκατασταθούν πλήρως, η παγκόσμια αγορά θα χρειαστεί μήνες για να επιστρέψει στην κανονικότητα.
Η επνδυτική τράπεζα εκτιμά ότι οι τιμές της ενέργειας θα παραμείνουν αυξημένες τουλάχιστον κατά 20%-25% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα μέχρι το τέλος του έτους.
Η Wood Mackenzie προειδοποιεί ότι μια παρατεταμένη διαταραχή στις ροές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση.
Η άνοδος του «πετρογουάν»
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδεικνύεται ένας ακόμη μεγάλος κερδισμένος: το κινεζικό νόμισμα.
Για δεκαετίες το διεθνές ενεργειακό εμπόριο πραγματοποιούνταν σχεδόν αποκλειστικά σε δολάρια.
Η κυριαρχία αυτή αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της αμερικανικής οικονομικής ισχύος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σήμερα όμως παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση.
Όλο και περισσότερες ενεργειακές συναλλαγές πραγματοποιούνται σε γουάν, ιδιαίτερα μεταξύ Κίνας, Ρωσίας, Ιράν και χωρών του Περσικού Κόλπου.
Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως «πετρογουάν».
Στις 2 Απριλίου 2026 το κινεζικό διασυνοριακό σύστημα πληρωμών CIPS κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ, διαχειριζόμενο συναλλαγές ύψους 1,22 τρισ. γουάν μέσα σε μία ημέρα — περίπου 180 δισ. δολάρια.
Το μέγεθος αυτό θεωρείται ενδεικτικό της αυξανόμενης χρήσης του κινεζικού νομίσματος στο διεθνές εμπόριο.
Ο διοικητής της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας, Pan Gongsheng, έχει ήδη δηλώσει ότι το γουάν αποτελεί πλέον το δεύτερο σημαντικότερο νόμισμα παγκοσμίως στη χρηματοδότηση εμπορίου και το τρίτο στις διεθνείς πληρωμές.
Γιατί η Κίνα μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος νικητής
Παρά την εξάρτησή της από τις εισαγωγές πετρελαίου, η Κίνα διαθέτει ένα πλεονέκτημα που καμία άλλη μεγάλη οικονομία δεν έχει σε ανάλογη κλίμακα.
Ελέγχει σχεδόν ολόκληρη την παγκόσμια αλυσίδα παραγωγής της πράσινης ενέργειας.
Σύμφωνα με στοιχεία του IEA:
• παράγει περίπου το 80% των φωτοβολταϊκών πάνελ παγκοσμίως,
• κατασκευάζει το 80% των μπαταριών λιθίου,
• παράγει περίπου το 75% των ηλεκτρικών αυτοκινήτων,
• ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της επεξεργασίας σπάνιων γαιών.
Η βιομηχανία καθαρής ενέργειας της χώρας αποτιμάται πλέον σε περισσότερα από 2 τρισ. δολάρια και αποτέλεσε σχεδόν το ένα τρίτο της οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας το 2025.
Όσο οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αυξάνονται, τόσο πιο ελκυστικές γίνονται οι κινεζικές τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η επιστροφή της Ρωσίας
Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, παραμένει μία από τις ελάχιστες χώρες στον κόσμο που μπορούν να καλύψουν άμεσα μεγάλα ενεργειακά ελλείμματα.
Παρά τις κυρώσεις, η Μόσχα εξακολουθεί να είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο.
Κάθε άνοδος της τιμής του πετρελαίου μεταφράζεται σε δισεκατομμύρια δολάρια πρόσθετων εσόδων για τη ρωσική οικονομία.
Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Ινδία, η Κίνα και αρκετά κράτη της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής ενισχύουν τις εμπορικές και ενεργειακές τους σχέσεις με τη Μόσχα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης της Ρωσίας έχει μετατραπεί σταδιακά σε μια διαδικασία αναπροσανατολισμού του παγκόσμιου εμπορίου.
Η πραγματική μάχη
Η μεγάλη μάχη της δεκαετίας δεν αφορά απλώς το πετρέλαιο ή το φυσικό αέριο.
Αφορά το ποιος θα καθορίζει τους κανόνες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική οικονομική κυριαρχία αμφισβητείται ταυτόχρονα στο πεδίο της ενέργειας, του εμπορίου και των διεθνών πληρωμών.
Η άνοδος του γουάν, η ανθεκτικότητα της Ρωσίας και η ενεργειακή κρίση δεν αποτελούν ξεχωριστά φαινόμενα.
Συνθέτουν τα κομμάτια μιας ευρύτερης μετάβασης προς έναν κόσμο όπου η οικονομική ισχύς δεν θα συγκεντρώνεται πλέον αποκλειστικά στη Δύση, αλλά θα μοιράζεται ανάμεσα σε πολλαπλά κέντρα ισχύος.
Αυτό είναι, ίσως, το πραγματικό νόημα της σημερινής κρίσης και η βαθύτερη γεωοικονομική ανατροπή της εποχής μας.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών